Απαλλάσσονται από προσκόμιση έναρξης δραστηριότητας και ταμειακής οι αγρότες

Απαλλάσσονται από προσκόμιση έναρξης δραστηριότητας και ταμειακής οι αγρότες

Απαλλάσσονται από προσκόμιση έναρξης δραστηριότητας και ταμειακής οι αγρότες
Αφορά τους αγρότες που ανήκουν στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ. Με το νομοσχέδιο του υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης που κατατέθηκε στην Βουλή τροποποιείται ο Ν. 4494/2017, που αφορά υπαίθριο εμπόριο και Επιμελητήρια. 

Το Νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης «Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2016 σχετικά με την προστασία της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψη τους (EEL 157 της 15.06.2016) - Μέτρα για την επιτάχυνση του έργου του υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης και άλλες διατάξεις» περιέχονται και διατάξεις, που αφορούν τους αγρότες, που υπάγονται στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ.

Σύμφωνα με το Άρθρο 46 ο παραγωγός ενημερώνει τις Καταστάσεις Διακινούμενων Προϊόντων αναγράφοντας μία συγκεντρωτική μηνιαία καταγραφή, ανά προϊόν, σχετικά με τις ποσότητες με βάση τις αιτιολογίες που περιλαμβάνονται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α του νόμου (προς πώληση, επιστροφές-μη πωληθέντα, καταστροφή). Η ενημέρωση γίνεται για κάθε μήνα, εντός των πρώτων πέντε ημερολογιακών ημερών του επόμενου μήνα. Η κάθε καταγραφή, ανά προϊόν, πρέπει να συμφωνεί με τις ποσότητες και τα μεγέθη που προκύπτουν για τα αντίστοιχα προϊόντα από τα παραστατικά που υποχρεούται να τηρεί ο παραγωγός.

Σε ό,τι αφορά τους αγρότες που ανήκουν στο ειδικό καθεστώς ΦΠΑ και δραστηριοποιούνται στο στάσιμο ή πλανόδιο εμπόριο δεν υποχρεούνται στην προσκόμιση βεβαίωσης έναρξης δραστηριότητας από το TAXIS, καθώς και βεβαίωσης ταμειακής μηχανής.

Διευθετεί την απαλλαγή των αδειούχων παραγωγών πωλητών από την καταβολή του ημερήσιου τέλους στις λαϊκές αγορές, στην περίπτωση κατά την οποία επιτυγχάνεται η πώληση του συνόλου των ποσοτήτων των προϊόντων που αναγράφονται στην διοικητική άδεια και πριν τη λήξη αυτής όσον αφορά τα συγκεκριμένα προϊόντα.

Η αιτιολογική έκθεση

Σχετικά η αιτιολογική έκθεση του άρθρου 46 αναφέρει τα εξής:

«Με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 1 ο παραγωγός ενημερώνει τις Καταστάσεις Διακινούμενων Προϊόντων αναγράφοντας μία συγκεντρωτική μηνιαία καταγραφή, ανά προϊόν, σχετικά με τις ποσότητες με βάση τις αιτιολογίες που περιλαμβάνονται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α του νόμου (προς πώληση, επιστροφές-μη πωληθέντα, καταστροφή). Η ενημέρωση γίνεται για κάθε μήνα, εντός των πρώτων πέντε ημερολογιακών ημερών του επόμενου μήνα. Η κάθε καταγραφή, ανά προϊόν, πρέπει να συμφωνεί με τις ποσότητες και τα μεγέθη που προκύπτουν για τα αντίστοιχα προϊόντα από τα παραστατικά που υποχρεούται να τηρεί ο παραγωγός.

Με την παρ. 2 διευθετείται το ζήτημα σχετικά με την αναπλήρωση-υποβοήθηση των παραγωγών πωλητών υπαίθριου εμπορίου από τους γονείς και τα αδέρφια τους, πέραν των συζύγων και των τέκνων αυτών που ήδη αναφέρονται στην διάταξη του νόμου
Με τη προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 3 εναρμονίζονται οι διατάξεις του ν.4497/2017 με τις διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών σε ό,τι αφορά τους αγρότες που είναι ενταγμένοι στο ειδικό καθεστώς Φ.Π.Α

Με τις παρ. 4 και 5 τροποποιείται το άρθρο 13 του ν. 4497/2017 που αφορά στις υποχρεώσεις των παραγωγών πωλητών υπαίθριου εμπορίου. Συγκεκριμένα του ισχύοντος άρθρου ρυθμίζει το ζήτημα της παραχώρησης της θέσης που κατείχε σε λαϊκές αγορές ο παραγωγός, μόνο για την περίπτωση που αυτός συνταξιοδοτείται. Με την προτεινόμενη προσθήκη ρυθμίζεται το ζήτημα της παραχώρησης της θέσης και στις περιπτώσεις θανάτου ή παραίτησης ή αναπηρίας σε ποσοστό 67% τουλάχιστον.

Με την παρ. 6 η πρόνοια για μείωση των τελών στους πολίτες που είναι ενταγμένοι στο Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης καταλαμβάνει όλους τους δραστηριοποιούμενους στο υπαίθριο εμπόριο, ανεξάρτητα από κατηγορία (παραγωγός ή επαγγελματίας) και από μορφή υπαιθρίου εμπορίου, δηλ. λαϊκές, πλανόδιο, στάσιμο, αγορές άρθρου 38 και πωλητών σε αυτές όλων των κατηγοριών, αδειούχοι άρθρου 45.

Με την παρ. 7 ορίζεται ότι το ζήτημα της απόκτησης επιπλέον θέσης σε λαϊκή αγορά από επαγγελματία πωλητή, προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρο του άρθρου 35, το οποίο αφορά, είτε σε αλλαγή θέσης εντός της ίδιας λαϊκής αγοράς είτε σε αμοιβαία αλλαγή θέσης μεταξύ πωλητών εντός της ίδιας ή από διαφορετικές λαϊκές αγορές.

Με τις παρ. 8 και 9 τροποποιείται η παρ. 5 του άρθρου 28 του ν.4497/2017 που αφορά στις Επιτροπές Λαϊκών Αγορών και ρυθμίζει την συγκρότηση των Επιτροπών στις Περιφερειακές Ενότητες της Χώρας, πλην των Περιφερειών Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας. Οι Επιτροπές Λαϊκών Αγορών είναι, σύμφωνα με την παρ. 5, εννεαμελείς και στα μέλη αυτών περιλαμβάνονται και εκπρόσωποι των παραγωγών και επαγγελματιών πωλητών που υποδεικνύονται από την Ομοσπονδία ή τον Σύλλογο όπου δεν υπάρχουν Ομοσπονδίες, που αντιπροσωπεύει τους παραγωγούς και επαγγελματίες πωλητές της Περιφερειακής Ενότητας. Με τις προτεινόμενες προσθήκες των λέξεων-φράσεων «εφόσον υπάρχουν» στις περιπτώσεις στ' και ζ' παρέχεται η δυνατότητα συγκρότησης των Επιτροπών Λαϊκών Αγορών σε Περιφερειακές Ενότητες, όπου λόγω ιδιαίτερων συνθηκών, όπως σε απομακρυσμένες και απομονωμένες νησιωτικές περιφερειακές ενότητες (π.χ. Ρόδος) δεν υφίστανται ούτε Ομοσπονδίες παραγωγών και επαγγελματιών πωλητών λαϊκών αγορών, ούτε σύλλογοι των αντίστοιχων πωλητών, ώστε να ξεπεραστούν τα προβλήματα που εντοπίστηκαν στις εν λόγω περιοχές.
Η προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 10 αφορά στην ανάγκη καθορισμού των ελάχιστων απαιτούμενων συνεδριάσεων της Επιτροπής Λαϊκών Αγορών μηνιαίως. Η ανάγκη αυτή εδράζεται τόσο στο μεγάλο πλήθος των ζητημάτων, επί των οποίων η Επιτροπή γνωμοδοτεί ή/και αποφαίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, όσο και ειδικότερα στο γεγονός ότι, αναφορικά με την τοποθέτηση των παραγωγών πωλητών στις λαϊκές αγορές, κρίνεται απαραίτητη σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 32 που αφορά στην συχνότητα διαβίβασης των αιτήσεων των παραγωγών πωλητών για χορήγηση θέσης σε λαϊκές αγορές.

Η προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 11 αφορά στην διευθέτηση του ζητήματος της απαλλαγής των αδειούχων παραγωγών πωλητών από την καταβολή του ημερήσιου τέλους στις λαϊκές αγορές, στην περίπτωση κατά την οποία επιτυγχάνεται η πώληση του συνόλου των ποσοτήτων των προϊόντων που αναγράφονται στην διοικητική άδεια και πριν τη λήξη αυτής όσον αφορά τα συγκεκριμένα προϊόντα. Επισημαίνεται ότι, η εξάντληση των αποθεμάτων για συγκεκριμένα προϊόντα δηλώνεται από τον παραγωγό με υπεύθυνη δήλωση την οποία υποβάλλει στον φορέα λειτουργίας της λαϊκής αγοράς στην οποία έχει δικαίωμα προσέλευσης.

Επίσης, ο παραγωγός παρέχει τα κατά νόμο αποδεικτικά στοιχεία (όπως παραστατικά-καταστάσεις διακινούμενων προϊόντων-τιμολόγια) εφόσον του ζητηθούν από τον φορέα λειτουργίας της λαϊκής αγοράς. Ο παραγωγός δεν δικαιούται να προσέλθει και να δραστηριοποιηθεί στην λαϊκή αγορά, διαθέτοντας τα προϊόντα για τα οποία έχει δηλώσει υπευθύνως ότι έχουν εξαντληθεί, λόγω της πώλησης τους. Η προαναφερόμενη απαγόρευση ισχύει μέχρι το πέρας του χρονικού διαστήματος για το οποίο ισχύει η άδειά του και μόνο ως προς τα εξαντληθέντα προϊόντα. Για άλλα προϊόντα που τυχόν αναγράφονται στην άδειά του δραστηριοποιείται στην λαϊκή αγορά καταβάλλοντος το ημερήσιο τέλος.

Με την παράγραφο 12 αντιμετωπίζεται το ζήτημα συμμετοχής των Επιμελητηρίων σε φορείς υλοποίησης επιχειρηματικών πάρκων. Τα τοπικά εμπορικά, βιομηχανικά και επαγγελματικά Επιμελητήρια έχουν αναπτύξει έντονη δραστηριότητα, με σκοπό την ανάληψη πρωτοβουλιών για την υλοποίηση Επιχειρηματικών Πάρκων, υποστηρίζοντας κατά περίπτωση και τη σύσταση Φορέων Υλοποίησης (ΕΑΝΕΠ). Πολλές από αυτές τις πρωτοβουλίες έχουν εξελιχθεί σε εγκρίσεις ανάπτυξης Επιχειρηματικών Πάρκων ή/και σε υλοποίηση και περαίωση έργων ΕΠ. Τονίζεται ιδιαίτερα ότι σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθ. 45 του Ν.3982/2011, τα Επιμελητήρια είναι μεταξύ των πλέον σημαντικών φορέων που προτείνονται για τη σύσταση και συμμετοχή στους φορείς Υλοποίησης (ΕΑΝΕΠ) και βεβαίως στο μετοχικό κεφάλαιο αυτών.

Η εν λόγω τυπική δικαιοδοσία καλύπτει ουσιαστική ευθύνη και υποχρέωση των Επιμελητηρίων για την βελτίωση του Επιχειρηματικού Περιβάλλοντος στο πεδίο της επιχειρηματικής χωροθεσίας και όπου ασκείται έχει θαυμάσια αποτελέσματα. Είναι δε σημαντικό και πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η συμμετοχή των Επιμελητηρίων στους Φορείς ΕΑΝΕΠ, με συμμετοχή στο ΜΚ των Φορέων αυτών, συμβολική ή ουσιαστική κατά περίπτωση, εξασφαλίζει τη δυνατότητα τα Επιμελητήρια να είναι και στους Φορείς Διαχείρισης (ΕΔΕΠ) που με τη σειρά τους αποτελούν βασικούς πυλώνες προάσπισης των δικαιωμάτων και συμφερόντων των επιχειρήσεων εντός των ΕΠ. Η οικονομική κρίση και τα περιοριστικά δημοσιονομικά μέτρα έχουν δημιουργήσει ασφυκτικούς και στις περισσότερες περιπτώσεις απαγορευτικούς περιορισμούς, στην αξιοποίηση των αποθεματικών των Επιμελητηρίων, για κάθε αναπτυξιακή πτυχή, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που αφορά στη συμμετοχή τους σε ΕΑΝΕΠ για την ανάπτυξη ΕΠ.

Με την προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση, επιχειρείται μερική άρση του παραπάνω νομικού περιορισμού, εις τρόπον ώστε τα Επιμελητήρια συνεχίσουν να είναι βασικοί πυλώνες εκκίνησης πρωτοβουλιών ανάπτυξης Επιχειρηματικών Πάρκων στις περιοχές τους. Με την εν λόγω ρύθμιση, δυνατότητα σε Επιμελητήρια που έχουν επενδύσει στον τομέα αυτό, και μάλιστα με ανταποδοτικό προσανατολισμό, να συνεχίσουν τη συμμετοχή τους στις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου των φορέων ΕΑΝΕΠ, για έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη και να εκλείψει ο κίνδυνος δραστικού και μειοψηφικού περιορισμού της επενδυτικής τους συμμετοχής στους εν λόγω επενδυτικούς φορείς. Η εξέλιξη αυτή θα συμβάλει και στην απρόσκοπτη συνέχιση έργων ΕΠ που φαίνεται να βρίσκονται σε στασιμότητα λόγω του περιορισμού των Επιμελητηρίων να συμμετάσχουν στις αυξήσεις ΜΚ, ως ιδιωτική συμμετοχή, που επιβάλλονται από τις δομές και τους οργανισμούς που συμμετέχουν στα χρηματοδοτικά σχήματα.