Οι εμπορικοί κανόνες της ΕΕ

Οι εμπορικοί κανόνες της ΕΕ

Οι εμπορικοί κανόνες της ΕΕ
Η ΕΕ θέλει να εξασφαλίσει ότι όλα τα εισαγόμενα προϊόντα πωλούνται σε λογικές και δίκαιες τιμές στην ΕΕ. Γι' αυτό και, για πρώτη φορά μετά από 20 και πλέον χρόνια, έχει ξεκινήσει τη ριζική αναθεώρηση των μέσων εμπορικής άμυνας (ΜΕΑ) της ΕΕ. 

Η ρύθμιση του εμπορίου υπό τη μορφή ΜΕΑ προστατεύει τους παραγωγούς της ΕΕ και καταπολεμά πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού ξένων εταιρειών, όπως το ντάμπινγκ και οι επιδοτήσεις.

Τα κράτη μέλη προσπαθούν να εξασφαλίσουν ότι τα μέσα εμπορικής άμυνας της ΕΕ μπορούν να ανταποκριθούν στα νέα προβλήματα του μεταβαλλόμενου οικονομικού τοπίου. Ο απώτερος στόχος είναι τριπλός:

  • να διαφυλαχθούν οι θέσεις εργασίας στην Ευρώπη
  • να εξασφαλισθεί ο θεμιτός ανταγωνισμός σε ανοικτές αγορές
  • να προστατευθεί το ελεύθερο εμπόριο

Εκσυγχρονισμός των μέσων εμπορικής άμυνας της ΕΕ
Μεθοδολογία αντιντάμπινγκ

Στις 4 Δεκεμβρίου 2017, το Συμβούλιο ενέκρινε νέους κανόνες για την προστασία της ΕΕ από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Οι κανόνες αυτοί θα τεθούν σε ισχύ στις 20 Δεκεμβρίου και θα εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπου οι τιμές των εισαγόμενων προϊόντων μειώνονται τεχνητά μέσω κρατικής παρέμβασης.
Στις 11 Οκτωβρίου 2017, οι πρέσβεις της ΕΕ ενέκριναν την πολιτική συμφωνία σχετικά με την προτεινόμενη μεθοδολογία αντιντάμπινγκ.

Οι νέοι κανόνες αντιντάμπινγκ εκπονήθηκαν βάσει πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Νοεμβρίου 2016. Το έγγραφο αυτό πρότεινε μέτρα όπως:

  • κατάργηση, κατά τον υπολογισμό του ντάμπινγκ, της έως τώρα διάκρισης μεταξύ οικονομιών της αγοράς και οικονομιών που δεν στηρίζονται στην αγορά
  • τεκμηρίωση της ύπαρξης «σημαντικών στρεβλώσεων στην αγορά» μεταξύ της τιμής πώλησης και του κόστους παραγωγής ενός προϊόντος
  • συνυπολογισμός των κοινωνικών και περιβαλλοντικών προτύπων κατά τον εντοπισμό των καταστάσεων ντάμπινγκ

Επανεξέταση των μέσων εμπορικής άμυνας

Οι νέοι κανόνες κατά του ντάμπινγκ συμβαδίζουν με την ευρύτερη επανεξέταση των μέσων εμπορικής άμυνας (ΜΕΑ) της ΕΕ.

Στις 16 Απριλίου 2018 το Συμβούλιο καθόρισε τη θέση του σχετικά με τον κανονισμό για τον εκσυγχρονισμό των μέσων εμπορικής άμυνας της ΕΕ, μετά την πολιτική συμφωνία που επετεύχθη με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Δεκέμβριο του 2017.

Σκοπός του κανονισμού είναι η προστασία των παραγωγών της ΕΕ από ζημίες που προκαλούνται λόγω του αθέμιτου ανταγωνισμού, εξασφαλίζοντας ελεύθερο και δίκαιο εμπόριο. Με τον νέο κανονισμό τα μέσα εμπορικής άμυνας της ΕΕ γίνονται πιο προβλέψιμα, διαφανή και προσιτά, ιδίως για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ).

Στόχος της ΕΕ είναι τα μέσα αντιντάμπινγκ και τα μέτρα κατά των επιδοτήσεων να καταστούν αποτελεσματικότερα και καταλληλότερα για την προστασία των παραγωγών της ΕΕ από αθέμιτες πρακτικές ξένων επιχειρήσεων και από τους κινδύνους αντιποίνων. Ταυτόχρονα, οι μεταβολές των δασμολογικών συντελεστών θα γίνουν πιο προβλέψιμες για τους εισαγωγείς, οι οποίοι θα μπορούν έτσι να προγραμματίζουν ευκολότερα τις επιχειρηματικές δραστηριότητές τους. Ολόκληρο το σύστημα θα γίνει πιο διαφανές και φιλικό προς τον χρήστη.

Έλεγχος άμεσων ξένων επενδύσεων

Στις 13 Ιουνίου 2018, οι Μόνιμοι Αντιπρόσωποι της ΕΕ συμφώνησαν επί της θέσης του Συμβουλίου σχετικά με την πρόταση κανονισμού για τον έλεγχο των άμεσων ξένων επενδύσεων, οπότε μπορούν να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία.

Ο προτεινόμενος κανονισμός εξασφαλίζει διαφάνεια και αξιοπιστία για τους επενδυτές και τις εθνικές κυβερνήσεις. Επίσης χάρη σ? αυτόν, η ΕΕ θα διαθέτει τα κατάλληλα μέσα ώστε να προστατεύει τις σημαντικότερες τεχνολογίες της από τις στρατηγικές απειλές παραμένοντας ταυτόχρονα ανοικτή στις επενδύσεις.

Επί του παρόντος, λιγότερα από τα μισά κράτη μέλη της ΕΕ έχουν θεσπίσει νομοθεσία που να τους επιτρέπει να αναλύουν τις άμεσες ξένες επενδύσεις.

Στόχος της πρότασης που υπέβαλε η Επιτροπή τον Σεπτέμβριο του 2017 είναι η ενίσχυση της συνεργασίας με τον καθορισμό συνόλου πληροφοριών προς ανταλλαγή και χρονικών ορίων.

Το γεγονός ότι θα υπάρχει, σε επίπεδο ΕΕ, ένα πλαίσιο ελέγχου θα βελτιώσει την ασφάλεια δικαίου και θα προσφέρει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικότερα οι πιθανές διασυνοριακές επιπτώσεις των άμεσων ξένων επενδύσεων στην ασφάλεια και τη δημόσια τάξη.