Η Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία μεταξύ Καναδά και Ευρώπης

Η Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία μεταξύ Καναδά και Ευρώπης
Αναλυτικά όσα προβλέπονται στη συνολική οικονομική και εμπορική συμφωνία (ΣΟΕΣ) μεταξύ του Καναδά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών τους ενόψει της επικείμενης εφαρμογής της

Δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (L 11/14.1.2017) η συνολική οικονομική και εμπορική συμφωνία (ΣΟΕΣ) μεταξύ του Καναδά αφενός και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών τους, αφετέρου ενόψει της επικείμενης εφαρμογής της.

Επιπρόσθετα, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιεύτηκε και η Απόφαση (ΕΕ) 2017/38 του Συμβουλίου για την προσωρινή εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας (L 11/14.1.2017).

Στην εν λόγω Απόφαση ορίζεται ότι η συμφωνία εφαρμόζεται σε προσωρινή βάση από την ΕΕ κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 30.7 παράγραφός 3 αυτής, με τις σχετικές επιφυλάξεις.

Η ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ, στο τεύχος L 238/16.09.2017, προβλέπει ότι η ΣΟΕΣ μεταξύ Καναδά και ΕΕ εφαρμόζεται προσωρινά από τις 21 Σεπτεμβρίου 2017, με την επιφύλαξη ορισμένων σημείων που απαριθμούνται στην ανακοίνωση.

Σε ότι αφορά στις διατάξεις που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ισχύει η 21η Σεπτεμβρίου 2017 ως ημερομηνία προσωρινής εφαρμογής τους.

Επισημαίνεται ότι όπου αναφέρεται η φράση «έναρξη ισχύος της συμφωνίας» τα μέρη θεωρούν ότι αυτή είναι η ημερομηνία προσωρινής εφαρμογής της.

Ακολουθεί το πρωτόκολλο σχετικά με τους κανόνες καταγωγής και τις διαδικασίες καταγωγής (πρωτόκολλο καταγωγής) ενώ το πλήρες κείμενο της συμφωνίας μπορείτε να το αναζητήσετε στην ιστοσελίδα της Επίσημης Εφημερίδας της ΕΕ: http :// eur - lex . europa . eu

Α. Επί της συνολικής οικονομικής και εμπορικής συμφωνίας (ΣΟΕΣ) μεταξύ του Καναδά κα της ΕΕ και των κρατών μελών της, επισημαίνονται κυρίως τα κατωτέρω:

Γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής(άρθρο 1.3)

Στο εν λόγω άρθρο ορίζεται το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας για τα δυο μέρη.

Σε ότι αφορά στην ΕΕ και ειδικά για τις διατάξεις που αφορούν στη δασμολογική μεταχείριση των αγαθών ορίζεται ότι η κοινοποιούμενη συμφωνία εφαρμόζεται και στις περιοχές του τελωνειακού εδάφους της ΕΕ που δεν καλύπτονται από τον γενικό ορισμό.

Εγκαθίδρυση ζώνης ελευθέρων συναλλαγών (άρθρο 1.4)

Με την κοινοποιούμενη συμφωνία εγκαθιδρύεται ζώνη ελευθέρων συναλλαγών μεταξύ των μερών, σύμφωνα με το άρθρο XXIV της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT 1994) και το άρθρο V της Γενικής Συμφωνίας για τις Συναλλαγές στον Τομέα των Υπηρεσιών (GATS).

Μείωση ή/και κατάργηση δασμών επί των εισαγωγών (άρθρο 2.4)

Κάθε μέρος μειώνει ή καταργεί τους δασμούς σε αγαθά καταγωγής του άλλους μέρους, σύμφωνα με τους πίνακες κατάργησης των δασμών που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα 2-Α (σελ. 202 έως 238).

Ως καταγόμενο προϊόν ή προϊόν καταγωγής, νοείται κάθε αγαθό που πληροί τους κανόνες καταγωγής που ορίζονται στο πρωτόκολλο για τους κανόνες και τις διαδικασίες καταγωγής της κοινοποιούμενης συμφωνίας.

Στο Παράρτημα 2-Α καθορίζεται και ο βασικός δασμολογικός συντελεστής επί του οποίου θα εφαρμοσθούν οι προβλεπόμενες διαδοχικές μειώσεις για κάθε αγαθό.

Για τα αγαθά που υπόκεινται σε δασμολογικές προτιμήσεις, κάθε μέρος εφαρμόζει στα αγαθά καταγωγής του άλλου μέρους το μικρότερο από τους δασμούς που προκύπτουν από τη σύγκριση του συντελεστή που υπολογίζεται σύμφωνα με τον σχετικό πίνακα κατάργησης δασμών και του συντελεστή του μάλλον ευνοούμενου κράτους (ΜΕΚ) που εφαρμόζει το μέρος αυτό.

Ειδικότερα, στο Παράρτημα 2-Α ορίζεται ότι εκτός και αν προβλέπεται διαφορετικά σε αυτό, τα μέρη καταργούν όλους τους δασμούς στα καταγόμενα αγαθά, τα οποία περιλαμβάνονται στα κεφάλαια 1- 97 του ΕΣ και για τα οποία προβλέπεται δασμολογικός συντελεστής του μάλλον ευνοούμενου κράτους που εισάγονται από το άλλο μέρος, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας.

Στο Παράρτημα 2-Α εμπεριέχονται επίσης τόσο το Δασμολόγιο του Καναδά όπου αναφέρονται οι δασμολογικές παραχωρήσεις του Καναδά για τις εισαγωγές προϊόντων καταγωγής ΕΕ (σελ. 213 έως 222) όσο και το Δασμολόγιο της ΕΕ με τις δασμολογικές παραχωρήσεις που παρέχει η ΕΕ για τις εισαγωγές προϊόντων καταγωγής Καναδά (σελ. 223 έως 238).

Οι βασικοί δασμολογικοί συντελεστές κάθε μέρους εμφανίζονται στην τρίτη στήλη του πίνακα ενώ στην τέταρτη στήλη εμφανίζεται η ένδειξη που αντιστοιχεί στην κατηγορία κατάργησης των δασμών όπως αυτή περιγράφεται στο σημείο 3 του Παραρτήματος 2-Α (σελ. 202-203).

Στην πέμπτη στήλη «σημειώσεις» εμφανίζονται ενδείξεις για το αν εντάσσονται σε κάποια κατηγορία δασμολογικών ποσοστώσεων, όπως περιγράφονται στα σημεία 6 έως 18 του Παραρτήματος 2-Α.

Τέλος, η ένδειξη "SSG" που αναφέρεται στην πέμπτη στήλη του πίνακα με το Δασμολόγιο του Καναδά αφορά στη δυνατότητα του Καναδά να εφαρμόζει ειδικά μέτρα διασφάλισης για τα συγκεκριμένα αγαθά, με τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 2.7 της συμφωνίας (Ρήτρα διατήρησης της ισχύουσας κατάστασης).

Περιορισμός ως προς τα προγράμματα επιστροφής, αναβολής και αναστολής δασμών (άρθρο 2.5)

Βάσει του συγκεκριμένου άρθρου, δεν επιτρέπεται η επιστροφή, αναβολή ή αναστολή καταβληθέντων ή καταβλητέων δασμών για μη καταγόμενα προϊόντα δεδομένου ότι το αγαθό ή το ισοδύναμό τους χρησιμοποιείται ως ύλη για την παραγωγή άλλου αγαθού που εξάγεται στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος στο πλαίσιο προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης με βάση την κοινοποιούμενη συμφωνία.

Η ως άνω απαγόρευση ισχύει μετά την παρέλευση τριών ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της κοινοποιούμενης συμφωνίας.

Επιπλέον, τα ως άνω δεν ισχύουν σε σχέση με μόνιμο ή προσωρινό καθεστώς μείωσης, διαγραφής ή αναστολής δασμών ενός μέρους, υπό τον όρο ότι η μείωση, διαγραφή ή αναστολή δεν εξαρτάται ρητά από την εξαγωγή ενός αγαθού.

ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ

Οι κανόνες καταγωγής και οι σχετικές διαδικασίες που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της κοινοποιούμενης συμφωνίας περιλαμβάνονται στο σχετικό πρωτόκολλο (σελ. 465 έως 566).

Με το προαναφερόμενο πρωτόκολλο ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται ώστε ένα προϊόν να θεωρείται καταγωγής ΕΕ ή Καναδά και άρα να μπορεί να επωφεληθεί προτιμησιακής μεταχείρισης στο πλαίσιο της κοινοποιούμενης συμφωνίας.

Γενικές απαιτήσεις (άρθρο 2)

Ένα προϊόν θεωρείται καταγόμενο από το μέρος στο οποίο εκτελέστηκαν οι τελευταίες εργασίες παραγωγής εφόσον, στο έδαφος του ενός μέρους ή στο έδαφος και των δυο μερών στο πλαίσιο της σώρευσης, το συγκεκριμένο προϊόν:
α) έχει παραχθεί εξ΄ολοκλήρου κατά την έννοια του άρθρου 4 (Εξ΄ ολοκλήρου παραγόμενα προϊόντα) του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου καταγωγής,
β) έχει παραχθεί αποκλειστικά από καταγόμενες ύλες ή
γ) έχει υποβληθεί σε επαρκείς εργασίες παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου.

Πέραν των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 (παράγραφοι 8 και 9) περί δυνατοτήτων εφαρμογής διαγώνιας σώρευσης με τρίτες χώρες, τα οριζόμενα στο κοινοποιούμενο πρωτόκολλο για την απόκτηση του χαρακτήρα καταγωγής πρέπει να ικανοποιούνται στο έδαφος ενός ή και των δυο μερών.

Σώρευση καταγωγής (άρθρο 3)

Ένα προϊόν καταγωγής ενός συμβαλλόμενου μέρους (π.χ. ΕΕ) θεωρείται προϊόν καταγωγής του άλλου συμβαλλόμενου μέρους (π.χ. Καναδά) όταν χρησιμοποιείται ως ύλη για την παραγωγή προϊόντος στο εν λόγω άλλος μέρος (πχ. στον Καναδά), ήτοι μεταξύ ΕΕ-Καναδά εφαρμόζεται διμερής σώρευση.

Επιπρόσθετα, προκειμένου να προσδιορισθεί ο χαρακτήρας καταγωγής ενός προϊόντος είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη και οι εργασίες παραγωγής που εκτελούνται σε μη καταγομένες ύλες στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος (πλήρης σώρευση).

Η εφαρμογή της προβλεπόμενης σώρευσης δεν εφαρμόζεται εάν οι εργασίες παραγωγής που εκτελούνται σε ένα προϊόν περιορίζονται στις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 7 του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου (ανεπαρκείς εργασίες παραγωγής) και σκοπός των εργασιών αυτών, όπως αποδεικνύεται με βάση την πλειονότητα των αποδεικτικών στοιχείων, είναι η παράκαμψη της οικονομικής ή φορολογικής νομοθεσίας των μερών.

Σε περίπτωση που έχει συνταχθεί δήλωση καταγωγής για ένα προϊόν κάνοντας χρήση της δυνατότητας σώρευσης των εργασιών επί μη καταγόμενων υλών, ο εξαγωγέας του προϊόντος πρέπει να έχει στην κατοχή τους συμπληρωμένη και υπογεγραμμένη δήλωση προμηθευτή από τον προμηθευτή των μη καταγόμενων υλών που χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγή του συγκεκριμένου προϊόντος.

Υπόδειγμα της δήλωσης προμηθευτή περιλαμβάνεται στο Παράρτημα 3 (σελ. 489) του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου, το οποίο συστήνεται να χρησιμοποιείται εντός της ΕΕ.

Ωστόσο, προβλέπεται και η χρήση άλλου ισοδύναμου εγγράφου, το οποίο περιλαμβάνει τις ίδιες πληροφορίες με αυτές του υποδείγματος του Παραρτήματος 3.

Η δήλωση προμηθευτή είναι δυνατόν να καλύπτει ένα τιμολόγιο ή πολλαπλά τιμολόγια που αφορούν την ίδια ύλη, η οποία παρέχεται εντός χρονικού διαστήματος που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες από την ημερομηνία που ορίζεται στη δήλωση προμηθευτή.

Επιπλέον, με τις διατάξεις των παραγράφων 8 και 9 του παρόντος άρθρου, προβλέπεται η δυνατότητα εφαρμογής διαγώνιας σώρευσης μεταξύ ΕΕ-Καναδά και τρίτης χώρας με την οποία κάθε ένα από τα μέρη θα έχει συνάψει συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών και εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Την παρούσα χρονική στιγμή οι εν λόγω διατάξεις δεν εφαρμόζονται.

Τέλος, προβλέπεται και η δυνατότητα εφαρμογής διαγώνιας σώρευσης μεταξύ ΕΕ-Καναδά-Η.Π.Α στο μέλλον, για τον προσδιορισμό της καταγωγής ορισμένων προϊόντων, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 10 του ανωτέρω άρθρου του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου.

Επαρκείς εργασίες παραγωγής (άρθρο 5)

Τα προϊόντα που δεν έχουν παραχθεί εξ΄ολοκλήρου στην ΕΕ ή στον Καναδά, θεωρείται ότι έχουν υποβληθεί σε επαρκείς εργασίες παραγωγής, όταν πληρούνται οι κανόνες καταγωγής που περιλαμβάνονται στον Πίνακα του Παραρτήματος 5 (σελ. 491 έως 543) του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου.

Επιπρόσθετα, στο Παράρτημα 5-Α (σελ. 544 έως 564) του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου περιλαμβάνονται εναλλακτικοί κανόνες έναντι των προαναφερόμενων ειδικών κανόνων καταγωγής του Παραρτήματος 5.

Ειδικότερα, για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων προβλέπονται πιο ελαστικοί ειδικοί κανόνες καταγωγής, οι οποίοι ισχύουν εντός ορίων ετήσιων ποσοστώσεων.

Οι κατηγορίες των προϊόντων, οι ποσότητες, οι εναλλακτικοί κανόνες ανά προϊόν καθώς και οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προβλεπόμενων ποσοστώσεων περιγράφονται αναλυτικά στο Παράρτημα 5-Α ενώ αναμένεται να εκδοθεί από την Ε. Επιτροπή και σχετικός εφαρμοστικός κανονισμός.

Σε ότι αφορά στις εξαγωγές κοινοτικών προϊόντων στον Καναδά, επισημαίνεται ότι προκειμένου να επωφεληθούν από τις προτιμησιακές ποσοστώσεις θα πρέπει επί του εμπορικού εγγράφου που συντάσσεται η σχετική δήλωση καταγωγής να υπάρχει αναφορά στο Παράρτημα 5-Α (σημείωση 4 του Παραρτήματος 5-Α).

Ειδικότερα, επιπρόσθετα του κειμένου της δήλωσης καταγωγής στο ίδιο εμπορικό έγγραφο πρέπει να αναγράφεται ότι τα προϊόντα είναι καταγόμενα σύμφωνα με τις διατάξεις του Παραρτήματος 5-Α [?Products originating according to the provisions of Annex 5-A? ].

Όριο ανοχής (άρθρο 6)

Οι διατάξεις για τα όρια ανοχής ορίζουν ότι είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται ένα μικρό ποσοστό μη καταγόμενων υλών στην παραγωγή χωρίς να επηρεάζεται τελικά ο καταγόμενος χαρακτήρας του προϊόντος.

Ειδικότερα, είναι δυνατόν στην παραγωγή ένα προϊόντος να χρησιμοποιούνται μη καταγόμενες ύλες κατά παρέκκλιση των κανόνων καταγωγής του Παραρτήματος 5 και το προϊόν να θεωρείται καταγόμενο υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις :
1)η συνολική αξία των εν λόγω μη καταγόμενων υλών δεν υπερβαίνει το 10% της συναλλακτικής αξίας ή της τιμής εκ του εργοστασίου του προϊόντος,
2)δεν 4 σημειώνεται υπέρβαση των ποσοστών που ορίζονται στο Παράρτημα 5 για τη μέγιστη αξία ή για το βάρος των μη καταγόμενων υλών και
3) ικανοποιούνται οι υπόλοιπες απαιτήσεις του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου καταγωγής.
Για τα υφαντουργικά προϊόντα των κεφαλαίων 50 έως 63 του ΕΣ ο κανόνας ανοχής ορίζεται στο Παράρτημα 1 (σελ. 482 έως 484) του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου.

Τα όρια ανοχής δεν εφαρμόζονται για τα εξ? ολοκλήρου παραγόμενα προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 4 (Εξ? ολοκλήρου παραγόμενα προϊόντα).

Ωστόσο, εάν ο κανόνας καταγωγής απαιτεί οι χρησιμοποιούμενες στην παραγωγή του προϊόντος ύλες να είναι εξ΄ ολοκλήρου παραγόμενες, τα προαναφερόμενα όρια ανοχής εφαρμόζονται στο άθροισμα των υλών αυτών.

Μεταφορά μέσω τρίτης χώρας (άρθρο 14)

Στο παρόν άρθρο ορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται όταν καταγόμενα προϊόντα μεταφέρονται μεταξύ ΕΕ-Καναδά μέσω τρίτης χώρας.

Ειδικότερα, ορίζεται ότι ένα προϊόν που έχει υποβληθεί σε εργασίες παραγωγής που ικανοποιούν τους όρους του άρθρου 2, για να θεωρηθεί καταγόμενο θα πρέπει εκτός των εδαφών των μερών να μην διενεργηθούν περαιτέρω εργασίες παραγωγής ή τυχόν άλλες εργασίες, πέραν της εκφόρτωσης, της επαναφόρτωσης ή οποιασδήποτε άλλης εργασίας που είναι αναγκαία για τη διατήρησή του σε καλή κατάσταση ή τη μεταφορά του στο έδαφος ενός μέρους και επιπρόσθετα το προϊόν να παραμένει υπό τον τελωνειακό έλεγχο όταν βρίσκεται εκτός των εδαφών των συμβαλλόμενων μερών.

Η αποθήκευση των προϊόντων και των φορτίων αποστολής και η κατάτμηση των φορτίων αποστολής επιτρέπονται εφόσον γίνονται με ευθύνη του εξαγωγέα ή μεταγενέστερου κατόχου των προϊόντων και τα προϊόντα παραμένουν υπό τελωνειακό έλεγχο στη χώρα διαμετακόμισης.

Στο άρθρο 22 (Απόδειξη σχετικά με τη μεταφορά μέσω τρίτης χώρας) του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου, προβλέπονται τα έγγραφα που μπορούν να ζητήσουν οι τελωνειακές αρχές κάθε μέρους από τον εισαγωγέα του, προκειμένου να αποδειχθεί ότι τα προϊόντα για τα οποία αιτείται προτιμησιακή μεταχείριση, ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 14 του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου.

Αποδεικτικό καταγωγής (άρθρο 18)

Τα προϊόντα καταγωγής ΕΕ κατά την εισαγωγή τους στον Καναδά και τα προϊόντα καταγωγής Καναδά κατά την εισαγωγή τους στην ΕΕ τυγχάνουν προτιμησιακής μεταχείρισης στο πλαίσιο της κοινοποιούμενης συμφωνίας, βάσει της δήλωσης καταγωγής.

Η δήλωση καταγωγής συντάσσεται στο τιμολόγιο ή σε άλλο εμπορικό έγγραφο στο οποίο περιγράφονται τα καταγόμενα προϊόντα με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να είναι δυνατή η ταυτοποίησή τους.

Το κείμενο της δήλωσης καταγωγής παρατίθεται στο Παράρτημα 2 (σελ. 485 έως 488) του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου.

Υποχρεώσεις σχετικά με τις εξαγωγές (άρθρο 19)

α) Στο άρθρο 19 παράγραφος 1 του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου καταγωγής γίνεται παραπομπή στην εσωτερική νομοθεσία κάθε μέρους αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται από έναν εξαγωγέα για τη σύνταξη της δήλωσης καταγωγής.

Ειδικότερα:

Για την ΕΕ

Η δήλωση καταγωγής στην ΕΕ συντάσσεται από εξαγωγέα σύμφωνα με τη σχετική κοινοτική νομοθεσία.

Στο άρθρο 68 παράγραφος 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 (UCC-IA) 5 προβλέπεται ότι οι διατάξεις για τη χρήση του Συστήματος Εγγεγραμμένων Εξαγωγέων REX στο πλαίσιο του Συστήματος Γενικευμένων Προτιμήσεων (ΣΓΠ), εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και σε άλλη προτιμησιακή συμφωνία που έχει συνάψει η ΕΕ με τρίτη χώρα, όταν στο κείμενο της συμφωνίας προβλέπεται ότι η δήλωση καταγωγής μπορεί να συντάσσεται σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία της ΕΕ.

Βάσει των ανωτέρω, προκύπτει ότι στο πλαίσιο της ΣΟΕΣ ΕΕ-Καναδά για την πιστοποίηση της καταγωγής από τους κοινοτικούς εξαγωγείς θα εφαρμόζεται το Σύστημα Εγγεγραμμένων Εξαγωγέων REX.

Κατά συνέπεια, κατά την εξαγωγή από την ΕΕ στον Καναδά προϊόντων κοινοτικής καταγωγής αξίας μεγαλύτερης από ΕΥΡΩ 6.000 στη δήλωση καταγωγής θα πρέπει να αναφέρεται ο αριθμός REX του εξαγωγέα (υποσημείωση 2 του Παραρτήματος 2 του πρωτοκόλλου καταγωγής).

Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 4 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 (UCC-IA), είναι δυνατόν και ένας μη εγγεγραμμένος εξαγωγέας να συντάσσει δηλώσεις καταγωγής για προϊόντα αξίας έως ΕΥΡΩ 6.000, ανά αποστολή.

Σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με την υποσημείωση 2 του Παραρτήματος 2 του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου καταγωγής, το σημείο της δήλωσης καταγωγής που αναφέρεται στον αριθμό άδειας παραλείπεται ή παραμένει κενό.


Για τον Καναδά

Οι εξαγωγείς εμπορικών προϊόντων στον Καναδά έχουν έναν αριθμό μητρώου επιχειρήσεων [ business number -( bn )] δεδομένου ότι πριν την πραγματοποίηση της εξαγωγής είναι υποχρεωτικό να καταγράφονται στον αρμόδιο φορέα τους (Canada Border Services Agency, CBSA) με βάση αυτό τον αριθμό.

Ο εν λόγω αριθμός μητρώου συμπληρώνεται στην δήλωση καταγωγής.

Ωστόσο, στις περιπτώσεις που τα εξαγόμενα προϊόντα δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα και είναι αξίας μικρότερης από $ 2.000 δεν είναι υποχρεωτικό τα προς εξαγωγή προϊόντα να καταγράφονται και άρα ο εξαγωγέας μπορεί να μην έχει τον εν λόγω αριθμό μητρώου.

Στις εν λόγω περιπτώσεις ο εξαγωγέας υποχρεούται να συμπληρώνει το πεδίο 5 (υπογραφή και επωνυμία εξαγωγέα) της δήλωσης καταγωγής.

β) Στην παράγραφο 3 του άρθρου 19 αναφέρεται ότι εκτός και αν προβλέπεται διαφορετικά, η δήλωση καταγωγής συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εξαγωγέα.

Για την ΕΕ Ωστόσο, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία για το Σύστημα Εγγεγραμμένων Εξαγωγέων REΧ [άρθρο 92, παράγραφος 3 του εκτελεστικού κανονισμού 2015/2447 (UCC-IA)], που εφαρμόζεται αναλογικά και στη ΣΟΕΣ ΕΕ-Καναδά, η δήλωση καταγωγής από εγγεγραμμένο εξαγωγέα REX δεν είναι υποχρεωτικό να είναι υπογεγραμμένη.

Ως αποτέλεσμα, στο πλαίσιο της κοινοποιούμενης συμφωνίας κατά την εξαγωγή κοινοτικών προϊόντων στον Καναδά, η σχετική δήλωση καταγωγής δεν απαιτείται να είναι υπογεγραμμένη όταν αυτή συντάσσεται από εγγεγραμμένο εξαγωγέα.

Για τις δηλώσεις καταγωγής που συντάσσονται από μη εγγεγραμμένους εξαγωγείς για καταγόμενα προϊόντα αξίας έως ΕΥΡΩ 6.000 ανά αποστολή, δεν απαιτείται να είναι υπογεγραμμένες, υπό την προϋπόθεση ότι το εμπορικό έγγραφο επί του οποίου έχει συνταχθεί η δήλωση καταγωγής επιτρέπει την εξακρίβωση της ταυτότητας του εξαγωγέα.

Στην περίπτωση που δεν είναι εφικτό από το εμπορικό έγγραφο να διαπιστωθεί η ταυτότητα του μη εγγεγραμμένου εξαγωγέα, είναι υποχρεωτικό να συμπληρώνεται η θέση 5 (υπογραφή και επωνυμία εξαγωγέα) στη δήλωση καταγωγής (παράρτημα 2 του πρωτοκόλλου καταγωγής).

Για τον Καναδά

Όπως προαναφέρθηκε στο πλαίσιο της ΣΟΕΣ οι επιχειρήσεις του Καναδά που εξάγουν προϊόντα στην ΕΕ θα πρέπει να αναγράφουν στη δήλωση καταγωγής τον αριθμό μητρώου της επιχείρησης.

Όταν ο 6 συγκεκριμένος αριθμός μητρώου αναγράφεται δεν είναι υποχρεωτικό να συμπληρώνεται το πεδίο 5 της δήλωσης καταγωγής (υπογραφή και επωνυμία του εξαγωγέα).

Ωστόσο, όταν η επιχείρηση δεν έχει αριθμό μητρώου ο εξαγωγέας είναι υποχρεωμένος να συμπληρώνει το πεδίο 5 της δήλωσης καταγωγής (υπογραφή και επωνυμία του εξαγωγέα). Αναφορικά με τον αριθμό μητρώου επιχειρήσεων (business number) στον Καναδά, επισημαίνεται ότι χρησιμοποιείται για να διευκολύνει τις συναλλαγές των καναδικών επιχειρήσεων με την κυβέρνηση του Καναδά.

Δεν συνδέεται με τη δυνατότητα ή όχι του εξαγωγέα να συντάσσει δηλώσεις καταγωγής στο πλαίσιο της προτιμησιακής συμφωνίας και άρα είναι διαφορετικός από τον αριθμό εγγεγραμμένου ή εγκεκριμένου εξαγωγέα που χρησιμοποιείται στην ΕΕ.

γ) Στην παράγραφο 5 του άρθρου 19 προβλέπεται ότι η τελωνειακή αρχή του μέρους εισαγωγής μπορεί να επιτρέπει την εφαρμογή μιας δήλωσης καταγωγής σε πολλαπλές αποστολές πανομοιότυπων καταγόμενων προϊόντων, οι οποίες πραγματοποιούνται εντός χρονικού διαστήματος που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες, όπως ορίζεται από τον εξαγωγέα στη σχετική δήλωση καταγωγής.

Η ΕΕ σαν μέρος εισαγωγής δεν είναι σε θέση την παρούσα χρονική στιγμή να επιτρέψει την εφαρμογή μια δήλωσης καταγωγής για πολλαπλές αποστολές πανομοιότυπων καταγόμενων προϊόντων, δεδομένου ότι δεν υφίσταται σχετική διάταξη στην κοινοτική νομοθεσία.

Όταν στη δήλωση καταγωγής συμπληρώνεται το χρονικό διάστημα ισχύος της (πεδίο 1 στο Παράρτημα 2 του πρωτοκόλλου καταγωγής), οι τελωνειακές αρχές των κ-μ θα αποδέχονται τη δήλωση καταγωγής μόνο για την πρώτη αποστολή.

Σε ότι αφορά στις εισαγωγές στον Καναδά προϊόντων καταγωγής ΕΕ, οι αρχές του Καναδά προωθούν τη χρήση μιας δήλωσης καταγωγής για πολλαπλές εισαγωγές πανομοιότυπων καταγόμενων προϊόντων για περίοδο έως 12 μήνες.

Το χρονικό διάστημα ορίζεται από τον εξαγωγέα.

Ως αποτέλεσμα, οι κοινοτικοί εξαγωγείς που προτίθενται να εξάγουν πανομοιότυπα προϊόντα κοινοτικής καταγωγής στον Καναδά, μπορούν να συντάσσουν δήλωση καταγωγής που συνδέεται με πολλαπλές αποστολές πανομοιότυπων καταγόμενων προϊόντων, από την ημερομηνία προσωρινής εφαρμογής της κοινοποιούμενης συμφωνίας.

Διάρκεια ισχύος της δήλωσης καταγωγής (άρθρο 20)

Η δήλωση καταγωγής ισχύει για 12 μήνες από την ημερομηνία σύνταξής της από τον εξαγωγέα ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα το οποίο ορίζεται από το μέρος εισαγωγής.

Εντός του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος ισχύος της δήλωσης καταγωγής θα πρέπει υποβάλλεται και το αίτημα για υπαγωγή στο καθεστώς προτιμησιακής δασμολογικής μεταχείρισης.

Απαλλαγή από την υποχρέωση προσκόμισης δήλωσης καταγωγής (άρθρο 24)

Στο άρθρο 24 ορίζεται ότι καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία του, να παραιτηθεί από την απαίτηση προσκόμισης της δήλωσης καταγωγής για αποστολές καταγόμενων προϊόντων του άλλου μέρους χαμηλής αξίας καθώς και για καταγόμενα προϊόντα που αποτελούν μέρος των προσωπικών αποσκευών των ταξιδιωτών.

Τις εν λόγω οριακές τιμές για τα προϊόντα μπορούν να τις καθορίσουν τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία ανταλλάσουν και πληροφορίες για αυτές. Σύμφωνα με σχετικές οδηγίες της Ε. Επιτροπής, προς το παρόν οι εξαιρέσεις του παρόντος άρθρου δεν επιτρέπονται κατά την εισαγωγή στην ΕΕ δεδομένου ότι δεν υφίσταται σχετική νομική βάση στην κοινοτική νομοθεσία.

Έλεγχος της καταγωγής (άρθρο 29)

Τα μέρη συμφωνούν να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή μεταξύ τους μέσω των τελωνειακών αρχών, προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή εφαρμογή του πρωτοκόλλου καταγωγής, να ελεγχθεί η καταγωγή των προϊόντων και κατ΄επέκταση η ορθότητα του αιτήματος για προτιμησιακή μεταχείριση στο πλαίσιο της κοινοποιούμενης συμφωνίας.

Η προβλεπόμενη διαδικασία περιλαμβάνει αίτημα από το μέρος εισαγωγής στο μέρος εξαγωγής για τη διεξαγωγή ελέγχου καταγωγής, ώστε να διαπιστωθεί εάν το προϊόν είναι καταγόμενο και αν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του πρωτοκόλλου καταγωγής.

Η επιλογή των αιτημάτων ελέγχου βασίζεται σε μεθόδους εκτίμησης κινδύνου, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι καθώς και στην ύπαρξη βάσιμων αμφιβολιών του μέρους εισαγωγής ως προς τον αν το προϊόν είναι καταγόμενο ή αν πληρούνται οι λοιποί όροι του πρωτοκόλλου καταγωγής.

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 29, ορίζεται ότι το μέρος εισαγωγής υποβάλλει γραπτώς στο μέρος εξαγωγής το αίτημα για τη διενέργεια ελέγχου ως προς την καταγωγή καθώς και τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει το σχετικό αίτημα.

Tο μέρος εισαγωγής διαβιβάζει το αίτημα στο μέρος εξαγωγής με συστημένη επιστολή ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο με τον οποίο παρέχεται επιβεβαίωση παραλαβής.

Το μέρος εξαγωγής πρέπει το αργότερο εντός 12 μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος να ολοκληρώσει τον έλεγχο και να υποβάλει γραπτή αναφορά καθώς και τυχόν έγγραφα τεκμηρίωσης στο μέρος εξαγωγής.

Από την πληροφόρηση που περιέχεται στην υποβαλλόμενη έκθεση η τελωνειακή αρχή του μέρους εισαγωγής θα πρέπει να είναι σε θέση να προσδιορίσει αν το προϊόν είναι καταγόμενο και αν πληροί τους όρους του πρωτοκόλλου καταγωγής.

Το περιεχόμενο της προαναφερόμενης έκθεσης απαριθμείται αναλυτικά στο σημείο (α) της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου.

Η προθεσμία των δώδεκα μηνών είναι δυνατόν να παραταθεί κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας των εμπλεκόμενων τελωνειακών αρχών.

Εν αναμονή των αποτελεσμάτων ελέγχου, η τελωνειακή αρχή του μέρους εισαγωγής προτείνει στον εισαγωγέα τον εκτελωνισμό του προϊόντος, με την λήψη των τυχών απαιτούμενων διασφαλιστικών μέτρων, στην περίπτωση ύπαρξης βάσιμων αμφιβολιών.

Η τελωνειακή αρχή του μέρους εισαγωγής μπορεί να απορρίψει την υπαγωγή του προϊόντος σε καθεστώς προτιμησιακής μεταχείρισης εάν διατηρεί βάσιμες αμφιβολίες ή δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει τον χαρακτήρα καταγωγής του προϊόντος και τα αποτελέσματα ελέγχου καταγωγής δεν παρέχονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις σχετικές διατάξεις (τοι στην παράγραφος 8 του εν λόγω άρθρου).

Σε περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές του μέρους εισαγωγής σκοπεύουν να προβούν σε προσδιορισμό της καταγωγής που δεν είναι σύμφωνος με τον αναφερόμενο στη γραπτή έκθεση της τελωνειακής αρχής του μέρους εξαγωγής, και δεδομένου ότι συντρέχουν τα αναφερόμενα στην παράγραφο 12 του άρθρου 29, το μέρος εισαγωγής προβαίνει σε σχετική ενημέρωση προς το μέρος εξαγωγής εντός 60 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της γραπτής έκθεσης.

Η διαβούλευση για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των μερών πρέπει να ολοκληρωθεί εντός 90 ημερών από την ημερομηνία της προαναφερόμενης κοινοποίησης.

Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί κατά περίπτωση και κατόπιν αμοιβαίας συνεννόησης των μερών. Εν τέλει και μετά την ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων η τελωνειακή αρχή του μέρους εισαγωγής μπορεί να προβεί στον προσδιορισμό της καταγωγής.

Μεταβατικές διατάξεις

Στο πρωτόκολλο καταγωγής της κοινοποιούμενης συμφωνίας δεν περιλαμβάνονται μεταβατικές διατάξεις, ωστόσο η θέση της Ε. Επιτροπής αναφορικά με τις εισαγωγές στην ΕΕ, αναλύεται ως ακολούθως:

  • Τα προϊόντα, τα οποία κατά την ημερομηνία προσωρινής εφαρμογής της ΣΟΕΣ ΕΕ-Καναδά είναι σε διαμετακόμιση ή είναι στην ΕΕ σε προσωρινή εναπόθεση, σε τελωνειακή αποταμίευση ή σε ελεύθερη ζώνη και δεδομένου ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του σχετικού πρωτοκόλλου καταγωγής, είναι δυνατόν να επωφεληθούν από το προτιμησιακό καθεστώς της κοινοποιούμενης συμφωνίας εφόσον υποβληθεί στις τελωνειακές αρχές του μέρους εισαγωγής δήλωση καταγωγής σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του πρωτοκόλλου καταγωγής.
  • Στην περίπτωση που τα προαναφερόμενα προϊόντα τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία με εφαρμογή του δασμού του μάλλον ευνοούμενου κράτους (ΜΕΚ), η δήλωση καταγωγής μπορεί να υποβληθεί εκ των υστέρων, εντός χρονικού διαστήματος 2 ετών από την ημερομηνία εισαγωγής των προϊόντων στην ΕΕ.
  • Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή όλων των προαναφερομένων είναι ότι την ημερομηνία που το προϊόν τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην ΕΕ να έχει τεθεί σε προσωρινή εφαρμογή η ΣΟΕΣ ΕΕ-Καναδά.
  • Όταν η εξαγωγή των προϊόντων από τον Καναδά έχει πραγματοποιηθεί πριν από την προσωρινή εφαρμογή της κοινοποιούμενης συμφωνίας και τα προϊόντα είναι σε διαμετακόμιση ή είναι στην ΕΕ σε προσωρινή εναπόθεση, σε τελωνειακή αποταμίευση ή σε ελεύθερη ζώνη, η δήλωση καταγωγής μπορεί να συνταχθεί σε αντίγραφο του τιμολογίου ή σε αντίγραφο άλλου εμπορικού εγγράφου σχετικού με τα προϊόντα που αποστέλλονται.
  • Η ημερομηνία της δήλωσης καταγωγής, όπως αναφέρεται στο Παράρτημα 2 του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου καταγωγής, θα πρέπει υποχρεωτικά να συμπληρωθεί με την ημερομηνία σύνταξης της δήλωσης καταγωγής, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας προσωρινής εφαρμογής της συμφωνίας.

Αντικατάσταση των δηλώσεων καταγωγής

Στο πρωτόκολλο καταγωγής της ΣΟΕΣ ΕΕ-Καναδά δεν υφίστανται διατάξεις για την αντικατάσταση των δηλώσεων καταγωγής.

Στην περίπτωση που εισάγονται από τον Καναδά προϊόντα σε ένα μέρος στην ΕΕ και θα πρέπει να εκδοθεί ένα αποδεικτικό καταγωγής αντικατάστασης της αρχικής δήλωσης καταγωγής προκειμένου το σύνολο ή μέρος των προϊόντων να αποσταλούν σε άλλο μέρος εντός της ΕΕ, τότε θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 69 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 (UCC-IA), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/989 (L 149/13.06.2017).

Μεταφραστικά σφάλματα

Επισημαίνεται ότι στην ελληνική έκδοση του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου καταγωγής υπάρχουν ορισμένα μεταφραστικά σφάλματα σε σχέση με το αντίστοιχο κείμενο στην αγγλική γλώσσα.

Ειδικότερα, όπου αναφέρεται ο όρος «δήλωση τόπου καταγωγής» νοείται ως «δήλωση καταγωγής».

Επιπρόσθετα, στο Παράρτημα 2 του κοινοποιούμενου πρωτοκόλλου, στην υποσημείωση 2 για τους εξαγωγείς στην ΕΕ όπου αναφέρεται η λέξη «καταχωρισμένος εξαγωγέας» νοείται ως «εγγεγραμμένος εξαγωγέας».

Επισημαίνεται ότι η κοινοποιούμενη συμφωνία δεν προβλέπει την έκδοση πιστοποιητικού κυκλοφορίας EUR 1 ή οποιουδήποτε άλλου πιστοποιητικού από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές των συμβαλλομένων μερών.