ΕΕ: Αναμένεται αύξηση της παραγωγής σιτηρών

ΕΕ: Αναμένεται αύξηση της παραγωγής σιτηρών
Παρόλο που προβλέπεται ότι η ποσότητα των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για γεωργικούς σκοπούς στην ΕΕ θα συνεχίσει να μειώνεται έως το 2030, οι περισσότερες αροτραίες καλλιέργειες αναμένεται να αυξήσουν την παραγωγή τους σύμφωνα με την έκθεση της ΕΕ για τις γεωργικές προοπτικές, που δημοσιεύθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2018. 

Η έκθεση σημειώνει ότι η μείωση της συνολικής γεωργικής γης στην ΕΕ αναμένεται να φθάσει μέχρι το 2030, αν και με βραδύτερο ρυθμό, στο ίδιο πλαίσιο με την προηγούμενη δεκαετία. Η έκταση εκτιμάται ότι θα μειωθεί από 178 εκατομμύρια εκτάρια το 2018 σε 176 εκατομμύρια εκτάρια το 2030. Σύμφωνα με αυτή την τάση, τα κύρια σιτηρά, οι μόνιμοι λειμώνες και οι μόνιμες καλλιέργειες πρόκειται να μειωθούν περαιτέρω κατά την περίοδο έως το 2030. Αντίθετα, οι ζωοτροφές θα αυξηθούν ελαφρώς, κυρίως λόγω του ενσιρωμένου αραβοσίτου, φθάνοντας τα 22 εκατομμύρια εκτάρια το 2030.

Ανάπτυξη της γεωργικής έκτασης στην ΕΕ (εκατομμύρια εκτάρια)


Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

 Σε ό,τι αφορά τον τομέα της ζάχαρης, οι πρωτοβουλίες στον τομέα της υγείας και οι προτιμήσεις των καταναλωτών, θα οδηγήσουν σε μείωση της κατανάλωσης της ΕΕ κατά 5%. Αναμένεται να αντικατασταθεί μόνο μερικώς από την αυξανόμενη χρήση ισογλυκόζης σε επεξεργασμένα τρόφιμα. Ως συνολική θερμιδική γλυκαντική ουσία, η κατανάλωση θα μειωθεί κατά 2%. Μέχρι το 2030, η παραγωγή ζάχαρης στην ΕΕ αναμένεται να φθάσει τα 19,3 εκατομμύρια τόνους, σε σύγκριση με 18,6 εκατομμύρια τόνους το 2018. Με αυτό το επίπεδο παραγωγής, η ΕΕ θα παραμείνει καθαρός εξαγωγέας ζάχαρης σε μια παγκόσμια αγορά που κυριαρχείται από τη Βραζιλία.

Όσον αφορά την αγορά σιτηρών, η παραγωγή προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται και να φθάσει τα 325 εκατομμύρια τόνους μέχρι το 2030 (σε σύγκριση με 284 εκατομμύρια τόνους το 2018). Η αύξηση αυτή θα οφείλεται στην αύξηση της βιομηχανικής χρήσης των σιτηρών, στη μικρή αύξηση της ζήτησης ζωοτροφών και στις εξαγωγικές προοπτικές. Ωστόσο, η περαιτέρω ανάπτυξη θα περιοριστεί λόγω της περιορισμένης δυνατότητας επέκτασης της περιοχής και βραδύτερης αύξησης της απόδοσης. Τέλος, οι τιμές αναμένεται να παραμείνουν σχετικά σταθερές, για παράδειγμα ο μαλακός σίτος ανέρχεται σε περίπου 180 ευρώ ανά τόνο.

Όσον αφορά τους ελαιούχους σπόρους, δεν αναμένεται περαιτέρω ανάπτυξη στον τομέα των καλλιεργειών κραμβελαίου λόγω των ευκαιριών και των ορίων της πολιτικής για τα βιοκαύσιμα μετά το 2020. Η σόγια αναμένεται να επεκταθεί περαιτέρω στην ΕΕ, με βραδύτερο ρυθμό από ό, τι πιο πρόσφατα. Επιπλέον, λόγω του ευνοϊκού περιβάλλοντος πολιτικής, οι πρωτεϊνούχες καλλιέργειες γνώρισαν πρόσφατα μια ισχυρή αναβίωση. Κατά την περίοδο προοπτικής, η έντονη ζήτηση τόσο για ζωοτροφές όσο και για κατανάλωση από τον άνθρωπο θα οδηγήσει περαιτέρω στην αύξηση της παραγωγής σπόρων σόγιας και πρωτεϊνούχων καλλιεργειών. Αυτό, μαζί με ορισμένες βελτιώσεις της απόδοσης, θα οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση της παραγωγής της ΕΕ. Ωστόσο, με μερίδιο μόλις 1,4% της συνολικής γεωργικής γης, η περιοχή των πρωτεϊνούχων καλλιεργειών θα παραμείνει περιορισμένη.

Κατά την περίοδο προοπτικής, η ζήτηση για ζωοτροφές αναμένεται να αυξηθεί, κυρίως λόγω της περαιτέρω αύξησης της παραγωγής πουλερικών και γαλακτοκομικών προϊόντων. Η συνολική χρήση ζωοτροφών αναμένεται να φτάσει τα 275 εκατομμύρια τόνους το 2030 για τους τρεις τύπους σύνθετων ζωοτροφών (χαμηλή, μέση και υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες). Ωστόσο, η ζήτηση θα είναι υψηλότερη για τις ζωοτροφές από τοπικά παραγόμενες, γενετικώς τροποποιημένες και χωρίς βιολογικές καλλιέργειες.